原文字义 · 希腊文新约 · 动词

καταγγέλλω katangellō · G2605

中文简义
传扬
英文简义
to proclaim
出现
16 次,16 节
常见词形
καταγγέλλουσιν ×3 · καταγγέλλω ×2 · καταγγέλλειν ×2 · κατήγγελλον ×1 · καταγγέλλεται· ×1 · κατηγγείλαμεν ×1 · κατηγγέλη ×1 · καταγγέλλεται ×1
书卷分布
使徒行传 10 · 哥林多前书 3 · 罗马书 1 · 腓立比书 1 · 歌罗西书 1

经文

英文词典释义

κατ-αγγέλλω
[in LXX: Pro.17:5 A, 2Ma.8:36 2Mac 9:17 * ;]
__1. to pro­claim, declare: with accusative of thing(s), Act.3:24 16:21 17:23; τ. ἀνάστασιν, Act.4:2; τ. λόγον τοῦ Θ., τ. Κ., Act.13:5 15:36; ὁδὸν σωτηρίας, Act.16:17; φῶς, Act.26:23; τ. μυστήριον τοῦ Θ., 1Co.2:1; τ. εὐαγγέλιον, 1Co.9:14; τ. θάνατον τοῦ Κ., 1Co.11:26; pass., ἄφεσις, Act.13:33; ὁ λόγος τοῦ Θ., Act.17:13; ἡ πίστις ὑμῶν, Rom.1:8; with accusative of person(s), of Christ, ὅν, Act.17:3, Col.1:28; τ. Χριστόν, Php.1:17; pass., Php.1:18.
__2. to denounce (Xen., al.); (for comparison with ἀγγέλλω, ἀναγ-, ἀπαγ-, see Westc. on 1Jn.1:5; and cf. προ-καταγγέλλω).†
(AS)

问 AI:讲解这个字 更多原文字义

原文与词典:STEPBible.org(CC BY 4.0);中文简义为常见译法,仅供参考。