原文字义 · 希腊文新约 · 动词

δαιμονίζομαι daimonizomai · G1139

中文简义
被鬼附
英文简义
be demonised
出现
12 次,12 节
常见词形
δαιμονιζομένους ×2 · δαιμονίζεται.¶ ×1 · δαιμονιζόμενοι ×1 · δαιμονιζομένων. ×1 · δαιμονιζόμενον. ×1 · δαιμονιζομένους· ×1 · δαιμονιζόμενον ×1 · δαιμονιζομένῳ ×1
书卷分布
马太福音 6 · 马可福音 4 · 路加福音 1 · 约翰福音 1

经文

英文词典释义

δαιμονίζομαι
(in cl. also δαιμονάω; δαίμων), [in Aq.: Ps 90(91):6 * ;]
to be under the power of a δαίμων (δαιμόνιον, which see), to be possessed: Mat.15:22; elsewhere always ptcp., -ιζόμενος, -ισθείς: Mat.4:24; 8:16, 28, 33 9:32 12:22, Mrk.1:32 15 16 18, Luk.8:36, Jhn.10:21 (Cremer, 171).†
(AS)

问 AI:讲解这个字 更多原文字义

原文与词典:STEPBible.org(CC BY 4.0);中文简义为常见译法,仅供参考。